γλύκανσις

γλῠκ-ανσις, εως, ,
A sweetening, Thphr.CP 4.4.5.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γλύκανσις — sweetening fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκάνσει — γλύκανσις sweetening fem nom/voc/acc dual (attic epic) γλυκάνσεϊ , γλύκανσις sweetening fem dat sg (epic) γλύκανσις sweetening fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλύκανσιν — γλύκανσις sweetening fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλύκανση — η (AM γλύκανσις) [γλυκαίνω] το να κάνει κανείς κάτι γλυκό …   Dictionary of Greek

  • γλυκάνσεως — γλυκάνσεω̆ς , γλύκανσις sweetening fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.